κάποιου είδους αντίβαρα στα σαλονια

Δε βλέπω όμως πώς συνδέονται με αυτό. Υποθέτω ότι θα ήταν κάποιου είδους αντίβαρα στα σαλονια για τη λειτουργία των εκκρε­μών ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων», απάντησε  ανασηκώ­νοντας τους ώμους.
Ζύγισε στα χέρια την μπάλα που κρατούσε και την κούνησε κοντά στο αφτί της. Έμοιαζε σχεδόν συμπαγής, αλλά ό­χι ισοζυγισμένη, και το βάρος της έδειχνε ότι ήταν γεμάτη με κά­ποιο υλικό ελαφρύτερο του πηλού. Εκείνη τη στιγμή ένα γρανά­ζι πίσω της μετακινήθηκε κάνοντας έναν ξερό κρότο. Τρόμαξε και η πήλινη σφαίρα της ξέφυγε από τα χέρια για να γίνει κομμάτια μπροστά στα τραπεζια.
«Πρόσεχε! Χτύπησες;»
Αλλά δεν άκουσε την απάντηση καθώς το βλέμμα του μαγνη­τίστηκε από το σημείο όπου είχε σπάσει η πήλινη μπάλα. Από τα σωθικά της είχαν χυθεί στο λιθόστρωτο πάτωμα δεκάδες συνθεσεις, αρκετά καλά διατηρημένες, αν και κάποιες είχαν κολλήσει μεταξύ τους. Μια οσμή έφτασε στα ρουθούνια τους. Κοιτάχτηκαν μέσα στο ημίφως απορημένοι.
«Τι είναι τούτο πάλι;» ρώτησε η γυναίκα.

ένα ασφαλές και ακριβές συμπέρασμα σχετικά με τους καναπεδες

Όμως τόσο αθόρυβα; Όποιος κι αν του είχε πλησιάσει δίπλα στον καναπε του γραφείου, θα έπρεπε να περπατάει σαν αιλουροειδές. Ήταν και οι άλλοι καναπεδες. Η σκέψη του γυρνούσε εκεί ξανά και ξα­νά. Ήταν μάταιο. Δε θα μπορούσε ποτέ να βγάλει κάποιο ασφα­λές συμπέρασμα. Όφειλε να δράσει.
Έκανε μερικές ακόμα προσπάθειες να κινηθεί, μα το μόνο που κατάφερε ήταν να σκάσει με τα πλάγια στο πάτωμα και να διαχυθεί ένα νέο κύμα πόνου στο κορμί του. Το μούδιασμα στα άκρα τα καθιστούσε σχεδόν άχρηστα. Έκανε το μόνο που του α­πέμενε: άρχισε να φωνάζει. Τουλάχιστον, υπέθεσε, θα μπορούσε να γνωρίσει κάποιον μ’ αυτόν τον τρόπο. Η υπόθεση του επιβεβαιώθηκε γρηγορότερα απ’ όσο περίμενε. Με την πρώ­τη κραυγή του άκουσε έναν ήχο σαν ξεμαντάλωμα κάπου κοντά και απέναντι από τα επιπλα. Την επόμενη στιγμή τυφλώθηκε από το φως. Έκα­νε, ή τουλάχιστον προσπάθησε να κάνει, την αντανακλαστική κί­νηση προστασίας των ματιών με ανάστροφη την παλάμη, μα φυ­σικά χωρίς αποτέλεσμα. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια.

 

Πως πέρασε στα χέρια του διανοούμενου η καταπληκτική συλλογή με τα επιπλα

Ο διπλωμάτης είχε εξαγοράσει τμήμα της συλλογής με τα επιπλα του ποιητή για να τη διασώσει, αλλά θεώρησε ότι ένα τόσο αλλοπρόσαλλο σύνολο  δε θα μπορούσε να του χρησιμέψει πουθενά. Έτσι η καταπληκτική συλλογή με τα επιπλα  πέρασε στα χέρια του διανοούμενου.
Και τότε ως δια μαγείας εμφανίστηκε .
Όταν πέρασε το κατώφλι του σπιτιού του ο κοντός άντρας με τα περίεργα μάτια, τη γαμψή μύτη και τα μακριά στα πλάγια μαλλιά του, που σκέπαζαν τα αφτιά,  νόμιζε ότι είχε να κάνει με κάποιο πλα­νόδιο πωλητή τεντζερέδων. Ήταν έτοιμος να τον διώξει, όταν  έβγαλε από ένα δερμάτινο σάκο ένα βιβλίο και δύο φιαλίδια, που το ένα είχε άσπρη και το άλλο κόκκινη σκόνη. Τα είχε αγοράσει σε ε­ξευτελιστική τιμή από έναν πανδοχέα. Ο ιδιοκτήτης του πανδοχείου, γνωρίζοντας τα θρυλούμενα πλούτη ενός συγχωριανού του, μετά το θάνατο του, φρόντισε να εξασκήσει τις ανασκαπτικές του ικανότητες, χωρίς να διστάσει να ψάξει παντού την κατοικία του.

Η επέκταση του σχεδίου από το αρχικό πνεύ­μα του σχεδιαστή

Μισό λεπτό, μισό λεπτό. Οι μπουφεδες  ήταν προϊόν  του Porterfeur. Η ιδιοφυΐα του σχεδιαστή παγκοσμιοποίησε το σύνολο, που πιθα­νότατα προϋπήρχε. Όμως δε νομίζω ότι ο ίδιος ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Πρώτη φορά το ακούω.
Κι όμως, πολλοί  ρομαντι­κοί-και, ομολογώ, ορισμένοι εξ αυτών αξιοσέβαστοι- υποστηρί­ζουν ότι ο ίδιος ήταν υπαρκτός. Η ιστορία του ήταν γνωστή α­πό πολύ παλιά. Αναπαραγόταν στις λαϊκές παραστάσεις ­θεάτρου του ύστερου Μεσαίωνα. Όλοι οι τότε σχεδιαστές, που σέβονταν το επάγγελμα τους, την περιλάμβαναν στο ρεπερτόριο τους. Η επέκταση του σχεδίου από το αρχικό πνεύ­μα του σχεδιαστή ενέπνευσε πολλούς αντιγραφείς του δέκατου έκτου αιώνα. Η πρώτη αναφορά γίνεται από τον Melkerblasteur, ο οποίος υποστήριζε ότι τον είχε γνωρίσει προ­σωπικά. Το πόνημα του είχε τον τίτλο: Το πακέτο του Funpraust. Αργό­τερα ένα σχέδιο υπό τον τίτλο Αφηρημένη Προσέγγιση, υπογεγραμμένο από κάποιον Gilter Tomberlist, εμφανίζεται στη βιβλιοθήκη του Μονάχου. Αναφέρεται στη λεπτότητα και τη αφαίρεση. Όπως καταλαβαίνεις, αυτό ήταν που πυροδότησε τη φαντασία των συγγραφέων. Το πρώτο πραγματικό έργο για τα επιπλα κρητη πάντως εμφανίζε­ται στην Αγγλία το  1600 από τον Peter Comptorset, ένα ερευνητή συγγραφέα σχεδόν σύγχρονο του Melkerblasteur.

Ανάγκη για ιστορική αναδρομή στα επιπλα

«Η δική σου άποψη ποια είναι;» τον ρώτησε  βλέπο­ντας τις σκέψεις του ανάγλυφες στο  πρόσωπο του.
«Για το αντίγραφο του σχεδίου για τα τραπεζια ή για το κείμενο που το συνοδεύει;»
«Και για τα δύο».
«Το έχω σκεφτεί πολύ», είπε ξεφυσώντας. «Πιστεύω ότι η λύ­ση του μπορεί να βρεθεί μόνο μέσω της ιστορικής του αναδρο­μής στα επιπλα. Αν ήταν αρκετή η επιστημονική ανάλυση, θα είχε αποκωδι­κοποιηθεί εδώ και καιρό. Ούτε πιστεύω ότι μπορεί να υπήρξε κά­ποιος αναλυτής πριν από επτακόσια και πλέον χρόνια που να επινόησε έναν κώδικα που είναι αδύνατον να τον σπάσουν οι σημερινοί αναλυτές. Αλλά, ακόμα κι αν το επινόησε, γιατί θα έμπαινε σε μια τέτοια διαδικασία, τη στιγμή που και με πολύ απλούστερες συνθεσεις  θα είχε την ευκαιρία να κάνει το κείμενο του απροσπέλαστο για την εποχή του; Επιπλέον, έναν απροσπέλαστο κώδικα ποιος θα μπορούσε να τον διαβάσει; Άρα καταλή­γω ότι η λύση του είναι σχετικά απλή, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο δεν έχει αποκωδικοποιηθεί ακόμα.

Χαζεύοντας και ψωνίζοντας κάθε λογής μικρά επιπλα

Είπε στον οδηγό να τον αφήσει στην πλατεία. Θεώρησε άσκοπο να επιστρέ­ψει στο σπίτι. Η πλατεία του επιφύλασσε μια μικρή έκπληξη. Εκατοντάδες πάγκοι μικροπωλητών, πολύ περισσότεροι απ’ ό,τι στην παλιά πλατεία της πόλης, συνέθεταν μια φωτεινή αλυσίδα. Πολύς κόσμος περιδιάβαινε χαζεύοντας και ψωνίζοντας κάθε λο­γής μικρά επιπλα και χειροτεχνήματα. επιπλα
Υπαίθριοι βιολιστές σε δυο τρία σημεία έπαιζαν κομμάτια του Ντβόρζακ και του Σμέτανα, του Μότσαρτ και του Στράους. Στην κορυφή της πλατείας το έφιππο άγαλμα του «καλού βασιλιά»  επόπτευε την κίνηση της καρδιάς της πόλης. Μινιμαλιστικά κουκλοθέατρα, εγ­γαστρίμυθοι που δάνειζαν τη φωνή τους σε μαριονέτες, μηχανι­κές ευρεσιτεχνίες, ξύλινα επιπλα και παντομίμες από η­θοποιούς με στολές της Κομέντια ντελ Άρτε έδιναν την αίσθηση μιας αυλής των θαυμάτων, ενός ακάματου εργαστηρίου παρα­γωγής λαϊκής τέχνης. Οι γοτθικοί πύργοι της Παναγίας του Χιονιού ξεπρόβαλαν φωτισμένοι πάνω από τις αρτ νουβό και κυβι­στικές προσόψεις της πλατείας, σαν να τεντώνονταν στις μύτες για να μη χάσουν το θέαμα.

Επανορθωση το ιδιο βραδυ στα μεγάλα σαλονια

Άρχισε να θυμώνει με τον εαυτό του. Η γλυκερή του προσπά­θεια να τα μπαλώσει στο τέλος ήταν μάλλον παραδοχή της α­τολμίας του. Δυσκολευόταν να αναγνωρίσει τον εαυτό του. Το μό­νο που τον παρηγορούσε ήταν ότι θα είχε την ευκαιρία να επα­νορθώσει το ίδιο κιόλας βράδυ στα μεγάλα σαλονια. Εντούτοις το γεγονός αυτό, αντί να τον καθησυχάσει, άρχισε να τον αγχώνει.  Κάτι δεν πήγαινε καλά. Η συνηθισμένη του αυτοκυριαρχία είχε δραπετεύσει μέσα σε ε­λάχιστο χρόνο, σαν το πουλί που βρήκε στιγμιαία την πόρτα του κλουβιού του ανοιχτή. Η εικόνα  με τα νέα επιπλα γυρνούσε ξανά και ξανά στο μυαλό του, τρύπωνε από τις χαραμάδες της αυτοσυγκέντρωσης του και, σαν το μαθητευόμενο μάγο, ανακάτευε όλα τα σφραγι­σμένα φιαλίδια στο αλχημικό εργαστήριο των συναισθημάτων του. Είχε πια ξεχάσει πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσε α­νάλογα. Δε θυμόταν καν αν είχε νιώσει ανάλογα.Φτάνοντας  έσπευσε να πληρώσει τον ταξιτζή και πετάχτηκε έξω. Το κρύο τον χτύπησε καταπρόσωπο ξεμπερ­δεύοντας κάπως το κουβάρι των σκέψεων του. Έμεινε για λίγο όρ­θιος στο κρύο εισπνέοντας βαθιά.  Ο οδηγός του ταξί τον επανέφερε στην πραγματικότητα για τα καλά χτυπώντας του τον ώμο

Μοντέρνα επιπλα σε ένα χώρο με έντονα στοιχεία του περελθόντος

Άνοιξε και του επέτρεψε να περάσει σ’ ένα χώρο που έμοιαζε περισσότερο με μουσείο παρά με σαλόνι. Εκτός από τα επιπλα πα­ρατήρησε με έκπληξη να κρέμονται στους τοίχους πίνακες που θα έπαιρνε όρκο ότι ήταν γνήσιοι Μπρέγκελ, Βελάσκεθ, Ντίρερ και Καραβάτζιο. Δεν είχε ξαναδεί αυτά τα έργα. Απλώς η τεχνοτρο­πία τους στις λεπτομέρειες  ήταν χαρακτηριστική. Ίσως πάλι να ήταν αντίγραφα των μεγάλων δασκάλων, πράγμα που δεν εξηγούσε το ενεργο­ποιημένο λαμπάκι του συναγερμού που βρισκόταν δίπλα στον καθένα. Ο χώρος ήταν τετράγωνος και τεράστιος. Ο φωτισμοσ του, απαλός και διακριτικός, προερχόταν από περίτεχνες απλίκες, έξυπνα τοποθετημένες σε κάποια σημεία του τοίχου. Στη μια πλευρά του δωματίου υπήρχε μια μεγάλη τζαμαρία, η οποία ή­ταν καλυμμένη με βαριές μπορντό κουρτίνες, μην αφήνοντας το πρωινό φως να φωτίσει το χώρο. Η ατμόσφαιρα ήταν ζεστή, πα­ρότι το τεράστιο τζάκι σε μια γωνιά παρέμενε σβηστό. Στη μια ά­κρη του δωματίου υπήρχε η αρχή μιας σκάλας με κουπαστή με έντονη διακόσμηση, κάτι σαν ροκοκό. Εντυπωσιασμένος, διαπί­στωσε ότι ήταν μόνος του στο επιβλητικό σαλόνι. Αποφάσισε να μην καθίσει στα ακριβά επιπλα με τα βελούδινα καλύμματα και κινήθηκε προς έναν τοίχο που πάνω του ακουμπούσε μια μακριά και προσεγμένη βιβλιοθήκη με δερματόδετους τόμους.