Χαζεύοντας και ψωνίζοντας κάθε λογής μικρά επιπλα
Είπε στον οδηγό να τον αφήσει στην πλατεία. Θεώρησε άσκοπο να επιστρέψει στο σπίτι. Η πλατεία του επιφύλασσε μια μικρή έκπληξη. Εκατοντάδες πάγκοι μικροπωλητών, πολύ περισσότεροι απ’ ό,τι στην παλιά πλατεία της πόλης, συνέθεταν μια φωτεινή αλυσίδα. Πολύς κόσμος περιδιάβαινε χαζεύοντας και ψωνίζοντας κάθε λογής μικρά επιπλα και χειροτεχνήματα. 
Υπαίθριοι βιολιστές σε δυο τρία σημεία έπαιζαν κομμάτια του Ντβόρζακ και του Σμέτανα, του Μότσαρτ και του Στράους. Στην κορυφή της πλατείας το έφιππο άγαλμα του «καλού βασιλιά» επόπτευε την κίνηση της καρδιάς της πόλης. Μινιμαλιστικά κουκλοθέατρα, εγγαστρίμυθοι που δάνειζαν τη φωνή τους σε μαριονέτες, μηχανικές ευρεσιτεχνίες, ξύλινα επιπλα και παντομίμες από ηθοποιούς με στολές της Κομέντια ντελ Άρτε έδιναν την αίσθηση μιας αυλής των θαυμάτων, ενός ακάματου εργαστηρίου παραγωγής λαϊκής τέχνης. Οι γοτθικοί πύργοι της Παναγίας του Χιονιού ξεπρόβαλαν φωτισμένοι πάνω από τις αρτ νουβό και κυβιστικές προσόψεις της πλατείας, σαν να τεντώνονταν στις μύτες για να μη χάσουν το θέαμα.
Επανορθωση το ιδιο βραδυ στα μεγάλα σαλονια
Άρχισε να θυμώνει με τον εαυτό του. Η γλυκερή του προσπάθεια να τα μπαλώσει στο τέλος ήταν μάλλον παραδοχή της ατολμίας του. Δυσκολευόταν να αναγνωρίσει τον εαυτό του. Το μόνο που τον παρηγορούσε ήταν ότι θα είχε την ευκαιρία να επανορθώσει το ίδιο κιόλας βράδυ στα μεγάλα σαλονια. Εντούτοις το γεγονός αυτό, αντί να τον καθησυχάσει, άρχισε να τον αγχώνει. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Η συνηθισμένη του αυτοκυριαρχία είχε δραπετεύσει μέσα σε ελάχιστο χρόνο, σαν το πουλί που βρήκε στιγμιαία την πόρτα του κλουβιού του ανοιχτή. Η εικόνα με τα νέα επιπλα γυρνούσε ξανά και ξανά στο μυαλό του, τρύπωνε από τις χαραμάδες της αυτοσυγκέντρωσης του και, σαν το μαθητευόμενο μάγο, ανακάτευε όλα τα σφραγισμένα φιαλίδια στο αλχημικό εργαστήριο των συναισθημάτων του. Είχε πια ξεχάσει πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσε ανάλογα. Δε θυμόταν καν αν είχε νιώσει ανάλογα.Φτάνοντας έσπευσε να πληρώσει τον ταξιτζή και πετάχτηκε έξω. Το κρύο τον χτύπησε καταπρόσωπο ξεμπερδεύοντας κάπως το κουβάρι των σκέψεων του. Έμεινε για λίγο όρθιος στο κρύο εισπνέοντας βαθιά. Ο οδηγός του ταξί τον επανέφερε στην πραγματικότητα για τα καλά χτυπώντας του τον ώμο
Μοντέρνα επιπλα σε ένα χώρο με έντονα στοιχεία του περελθόντος
Άνοιξε και του επέτρεψε να περάσει σ’ ένα χώρο που έμοιαζε περισσότερο με μουσείο παρά με σαλόνι. Εκτός από τα επιπλα παρατήρησε με έκπληξη να κρέμονται στους τοίχους πίνακες που θα έπαιρνε όρκο ότι ήταν γνήσιοι Μπρέγκελ, Βελάσκεθ, Ντίρερ και Καραβάτζιο. Δεν είχε ξαναδεί αυτά τα έργα. Απλώς η τεχνοτροπία τους στις λεπτομέρειες ήταν χαρακτηριστική. Ίσως πάλι να ήταν αντίγραφα των μεγάλων δασκάλων, πράγμα που δεν εξηγούσε το ενεργοποιημένο λαμπάκι του συναγερμού που βρισκόταν δίπλα στον καθένα. Ο χώρος ήταν τετράγωνος και τεράστιος. Ο φωτισμοσ του, απαλός και διακριτικός, προερχόταν από περίτεχνες απλίκες, έξυπνα τοποθετημένες σε κάποια σημεία του τοίχου. Στη μια πλευρά του δωματίου υπήρχε μια μεγάλη τζαμαρία, η οποία ήταν καλυμμένη με βαριές μπορντό κουρτίνες, μην αφήνοντας το πρωινό φως να φωτίσει το χώρο. Η ατμόσφαιρα ήταν ζεστή, παρότι το τεράστιο τζάκι σε μια γωνιά παρέμενε σβηστό. Στη μια άκρη του δωματίου υπήρχε η αρχή μιας σκάλας με κουπαστή με έντονη διακόσμηση, κάτι σαν ροκοκό. Εντυπωσιασμένος, διαπίστωσε ότι ήταν μόνος του στο επιβλητικό σαλόνι. Αποφάσισε να μην καθίσει στα ακριβά επιπλα με τα βελούδινα καλύμματα και κινήθηκε προς έναν τοίχο που πάνω του ακουμπούσε μια μακριά και προσεγμένη βιβλιοθήκη με δερματόδετους τόμους.